πεπτηώς
πεπτηώς, v. πτήσσω.
πεπτηώς, v. πτήσσω.
πεπτηώς, ep. part. perf.2 zu πίπτω od. πτήσσω.
πεπτηώς
pf. pple. πτήσσω.
πεπτηώς : see πτήσσω.
pf. pple. πτήσσω.