πέπτω
πέπτω,
- v. πέσσω. πέπυσμαι, v. πυνθάνομαι. πεπωγμένον· κεκλασμένον, Hsch.
πέπτω, c. πέσσω, Hpc. 1, 197 ; Arstt. Phys. 8, 6, 7 ; Th. Od. 50.
πέπτω, späteres praes. zu πέσσω.