Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιπλούσιος
περιπλούσιος, very rich
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περίπλεκτος
περιπλέκω
περίπλεξις
περίπλεος
περιπλευμον
περιπλευμονία
περιπλευμονιακός
περιπλευμονιάω
περιπλευμονικός
περιπλευμονικῶς
περιπλευρίδιον
περιπλευρίζω
περιπλευριτικός
περίπλευρος
περιπλέω
περίπλεως
περιπληθής
περιπλήθω
περιπλίγδην
περίπλικτος
περιπλίξ
περιπλίσσομαι
περιπλίττομαι
περιπλοκάδην
περιπλοκάς
περιπλοκή
περίπλοκος
περιπλόμενος
περίπλοος
περίπλους
περιπλούσιος
περίπλυμα
περιπλύνω
περίπλυσις
περιπλώω
περιπνείω
περιπνευμονία
περιπνευμονιάω
περιπνευμονικός
περιπνέω
περιπνιγή
περιπνιγής
περιπνίγω
περιπνοή
περίπνοια
περίπνοος
περίπνους
περιποδίη
περιπόδιον
περιπόδιος
περιπόθητος
περιποιέω
περιποίημα
περιποίησις
περιποιητικός
περιποιητός
περιποικίλλομαι
περιποίκιλος
περιποιπνύω
περιπολάζω
περιπολαῖος
…
περιπλούσιος
Save
περιπλούσιος, very rich
LSJ
περιπλούσιος, ον,
very rich,
Sch.
Opp.
H.
3.221.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}