περιπλόμενος
περιπλόμενος, v. περιπέλομαι.
περι·πλόμενος, η, ον, v. περιπέλομαι.
περιπλόμενος
aor. pple. περιπέλομαι.
περιπλόμενος : see περιπέλομαι.
aor. pple. περιπέλομαι.