περίτειχος
περίτειχος, surrounding wall
περίτειχ-ος, τό,
- surrounding wall, LXX 4 Ki. 25.1, al.
περί·τειχος, εος-ους (τὸ) enceinte de fortifications, Spt. 4 Reg. 25, 1, etc.
Étym. π. τεῖχος.
περίτειχος, τό, = περιτείχισμα, LXX.