περιτειχισμός
περιτειχισμός, building a wall around
περιτειχ-ισμός, ὁ,
- = περιτείχισις, Th. 4.131, 6.88.
περιτειχισμός, οῦ (ὁ) c. περιτείχισις, Thc. 4, 131 ; 6, 88.
περιτειχισμός, ὁ, = περιτείχισις ; Thuc. 8.25, 7.11 ; Plut. Nic. 19.
περιτειχισμός, οῦ, ὁ,
= περιτείχισις, Thuc.