περασμός
περασμός, finishing
περ-ασμός, ὁ, (περαίνω)
- finishing, LXX Ec. 4.8, 16, 12.12.
περασμός, οῦ (ὁ) fin, terme, Spt. Eccl. 4, 8, 16 ; 4, 12, 12.
Étym. περαίνω.
περασμός, ὁ, Beendigung, LXX.