περαίνω
περαίνω, to bring to an end, finish, accomplish, execute
- bring to an end, finish, accomplish, Hom. only in Pass. (v. infr.); π. ἄταν A. Ch. 830 (lyr.); πρᾶγος π. rem transigere, S. Aj. 22; πρᾶγμα καὶ χρησμοὺς θεοῦ E. Ion 1569; ἐλπίδα, δόκησιν, Id. Andr. 1062, Or. 636; π. τινὰ πρὸς ἔς χατον πλόον bring him to the end of his voyage, Pi. P. 10.28; π. δίκας τινί Id. I. 8(7).25; without δίκην, finish the business, D. 38.24; π. τὰ δέοντα X. Cyr. 4.5.38; τὸ προσταχθέν ib. 5.3.50; ἐπέραινεν ἐφʼ οἷς ἐμισθώθη D. 18.149; π. ὁδόν Ar. Ra. 403; πολλήν (sc. θάλασσαν) Arat. 289:—Pass., to be brought to an end, finished, πάντα πεπείρανται Od. 12.37, cf. S. Tr. 581; περαίνεται δὴ τοὔργον A. Pr. 57, etc.; to be fulfilled, accomplished, χρησμός, τὰ λόγια περαίνεται, E. Ph. 1703, Ar. V. 799; ἡ συμμαχία ἐπεραίνετο X. HG 7.4.3; ἔργῳ π. Id. An. 3.2.32.
- 2 limit, Iamb. Comm.Math. 3:— elsewh. Pass., to be limited or finite, τὸ ὅλον πεπεράνθαι Arist. Ph. 207a16; πεπέρανται [ὁ οὐρανός] Id. Cael. 273a4; esp. in part. πεπερασμένος, opp. ἄπειρος, π. μέγεθος, χρόνος, Id. Ph. 266b22, Cael. 272a15.
- 3 in speaking, π. μῦθον, λόγον, proceed with a discourse, A. Th. 1056, E. Med. 701; εἰπὲ καὶ π. πάντα A. Pers. 699; π. ὅ τι λέγεις Ar. Pl. 648: abs., περὶ σωφροσύνης ἤδη . . περανῶ ib. 563, cf. Ra. 1283; πέραινʼ ὥσπερ ἤρξω Pl. Prt. 353b; πέραινε· σωθείης δὲ . . Men. 65.5.
- 4 recite from beginning to end, ἰαμβεῖον Ar. Ra. 1170, cf. D. 19.245; τραγῳδίαν Antiph. 1.6, cf. 85.4; νόμον Pl. Ti. 29d; recount, relate, E. Ion 362, IT 781.
- 5 abs., effect oneʼs purpose, esp. with a neg., οὐδὲν π. come to no issue, make no progress, περαίνει δʼ οὐδὲν ἡ προθυμία Id. Ph. 589, cf. Th. 6.86, Lys. 8.8; ἰατρευόμενοι . . οὐδὲν περαίνουσι Pl. R. 426a; ἵνα τι περαίνωμεν ib. 346a; περαίνειν ἤδη ὥρα X. An. 3.2.32.
- 6 draw a conclusion, infer, διὰ τοῦ ἀδυνάτου π. by a reductio ad impossibile, Arist. APr. 41a23; ὁ περαίνων [λόγος], a kind of syllogism, D.L. 7.44; περὶ τῶν π. λ., title of work by Chrysippus:—freq. in Pass., τὸ ἐν πλείοσι σχήμασι . . περαινόμενον the conclusion which is drawn, Arist. APr. 42b30, etc.; περαίνεται c. acc. et inf., it is inferred that . ., Muson. Fr. 1 p.2 H., cf. Phld. Rh. 1.137 S.
- II sens. obsc., Artem. 1.80, D.L. 2.127:—Pass., Com.Adesp. 14, AP 11.339, D.L. l.c.
- III intr., reach, penetrate, διʼ ὤτων A. Ch. 57 (lyr.); εἰς τὸν ἐγκέφαλον Arist. HA 492a21; πρὸς [τὴν καρδίαν] Id. PA 666a13; εἰς τὸ ἔξω Id. GA 716b28: abs., penetrate, Id. HA 497a10.
- 2 come to an end, τὸ πεπερασμένον ἀεὶ πρός τι περαίνει the finite always comes to some limit, Id. Ph. 203b21, cf. Xen. 977b6; end in . ., εἴς τι E. Fr. 340, cf. Pl. Men. 76a, Plu. Arat. 52, etc.; ἡ ὁδὸς π. ἐπὶ τὸ στρατόπεδον Id. Cat.Ma. 13.
- IV pierce, h.Merc. 48.
1. met acc. tot een einde brengen, volbrengen, voltooien:
2. intrans.
a. dóórdringen:
b. eindigen in, uitlopen op:
1) beendigen, vollenden, vollbringen ; μῦθον, Aesch. Spt. 1042 ; auch ohne diesen Zusatz, εἰπὲ καὶ πέραινε πάντα, Pers. 685 ; περαίνων ἐπίμομφον ἄταν, Ch. 817 ; περαίνεται δὴ τοὖργον κοὐ ματᾷ τόδε, Prom. 57 ; πρᾶγος ἄσκοπον ἔχει περάνας, Soph. Aj. 22 ; περαίνει οὐδὲν ἡ προθυμία, Eur. Phoen. 592 ; πέραινʼ ὅπως λέγεις, Or. 1118 (vgl. Plat. πέραινε ὥσπερ ἤρξω, fahre fort und führe die Rede zu Ende, wie du anfingst, Prot. 353a, wie τὸν λόγον, Tim. 29d); πέραινε, ὧν σʼ ἀνιστορῶ πέρι, Ion 362 ; u. pass., χρησμὸς Λοξίου περαίνεται, Phoen. 1697, wie περαίνεται τὰ λόγια Ar. Vesp. 799 ; u. in Prosa : οὐδὲν ἔτι περανεῖ, Thuc. 6.86 ; u. im pass., 6.70 ; τὰ δέοντα, Xen. Cyr. 4.5.38 ; τὸ προσταχθέν, 5.3.50 ; Plat. περαίνουσι τὸ σφέτερον αὐτῶν ἕκαστοι, Soph. 243a, u. öfter ; auch absolut, οὐκ ἂν φθάνοις περαίνων, führe es nur aus, Phaed. 100c ; αὐτὸς πέρανον, Prot. 360d ; πεπεράνθαι, Gorg. 472b ; καὶ τετελευτηκέναι, Men 75e ; καὶ πεπερασμένον καὶ ἄπειρον πλήθει, Parm. 145a ; vgl. Pol. 4.40.6 ; – οὐδὲν περαίνουσιν, sie bringen Nichts zu Stande, Plat. Rep. IV.426a, u. öfter ; vor sich bringen, erreichen, οὐδὲν τῶν προὔργου περαίνων, Pol. 5.19.5. Bei Posidipp. Ath. III.87e herbeischaffen.
2) durchbohren ; auch im obszönen Sinne, sowohl γυναῖκα, κόρην, beschlafen, als von männlicher Unzucht, Sp., wie Clem.Al.; τὸν αἰτίαν ἔχοντα περαίνεσθαι, DL. 4.34, vgl. 2.127 ; Suid. erkl. συνουσιάζειν ; vgl. Anth. XI.339.
3) intr., sich wohin erstrecken, wohin reichen ; περαίνει πρὸς ἔσχατον πλόον, Pind. P. 10.28 ; Sp., wie εἴς τι, Arist. u. öfter Plut. Aehnlich περαῖνον διʼ ὤτων, was tief in die Ohren eingedrungen ist, Aesch. Ch. 55.
Bei S.Emp. adv.log. 2.428 ff. stehen τὰ περαίνοντα den ἀπέραντα gegenüber.
- a attain ὅσαις δὲ βροτὸν ἔθνος ἀγλαίαις ἁπτόμεσθα, περαίνει πρὸς ἔσχατον πλόον P. 10.28
- b conclude (Αἰακός) ὃ καὶ δαιμόνεσσι δίκας ἐπείραινε (Tricl.: ἐπεραίνε cod.) I. 8.24
- c frag. ]περαίνοις [ Πα. 7C. 8.
- Ito bring to an end, finish, accomplish, execute, Trag., etc.:—Pass. to be brought to an end, be finished, πάντα πεπείρανται Od.: to be fulfilled, accomplished, Eur. etc.
- 2in speaking, to end a discourse, finish speaking, Aesch., etc.
- 3to repeat from beginning to end, Ar.:— to relate, Eur.
- 4absol. to effect oneʼs purpose, esp. with a neg., οὐδὲν π. to come to no issue, do no good, make no progress, Eur., Thuc.
- IIintr. to make way, reach or penetrate, Aesch., Plat.
- IIIintr. to come to an end, end, Plut.
-
…, τῷ ἑτέραν τὴν δύναμιν ἔχειν ; καί, ὦ μακάριε, μὴ παρὰ δόξαν ἀποκρίνου, ἵνα τι καὶ περαίνωμεν. ἀλλὰ τούτῳ, ἔφη, ἑτέρα. οὐκοῦν καὶ ὠφελίαν ἑκάστη τούτων ἰδίαν τινὰ ἡμῖν παρέχεται ἀλλʼ οὐ κοινήν…
Plato, Republic
-
…καὶ δὴ πρόχειρα ψάλια δέρκεσθαι πάρα. βαλών νιν ἀμφὶ χερσὶν ἐγκρατεῖ σθένει ῥαιστῆρι θεῖνε, πασσάλευε πρὸς πέτραις. περαίνεται δὴ κοὐ ματᾷ τοὔργον τόδε. ἄρασσε μᾶλλον, σφίγγε, μηδαμῇ χάλα. δεινὸς γὰρ εὑρεῖν κἀξ ἀμηχάνων πόρον…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…Αἴαντι τῷ σακεσφόρῳ · κεῖνον γάρ, οὐδένʼ ἄλλον, ἰχνεύω πάλαι. νυκτὸς γὰρ ἡμᾶς τῆσδε πρᾶγος ἄσκοπον ἔχει περάνας, εἴπερ εἴργασται τάδε · ἴσμεν γὰρ οὐδὲν τρανές, ἀλλʼ ἀλώμεθα · κἀγὼ ʼθελοντὴς τῷδʼ ὑπεζύγην πόνῳ. ἐφθαρμένας…
Sophocles, Ajax
-
…τάρβει. ἀλλʼ ἐπεὶ κάτωθεν ἦλθον σοῖς γόοις πεπεισμένος, μή τι μακιστῆρα μῦθον, ἀλλὰ σύντομον λέγων εἰπὲ καὶ πέραινε πάντα, τὴν ἐμὴν αἰδῶ μεθείς. δίεμαι μὲν χαρίσασθαι, δίεμαι δʼ ἀντία φάσθαι, λέξας δύσλεκτα φίλοισιν .…
Aeschylus, Persians
-
…ἴσθι, μηχανὴ καλή λέξον τίνʼ αὐδὴν τήνδε γηρυθεῖσʼ ἔσῃ. εἰ μή τι πιστὸν τῷδʼ ὑποστήσεις στόλῳ τί σοι περαίνει μηχανὴ συζωμάτων ; νέοις πίναξι βρέτεα κοσμῆσαι τάδε. αἰνιγματῶδες τοὔπος · ἀλλʼ ἁπλῶς φράσον. ἐκ τῶνδʼ ὅπως τάχιστʼ…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…λάθρᾳ γὰρ ἦλθεν οὐ πιθὼν τοὺς κυρίους. εὖ νὴ τὸν Ἑρμῆν · ὅ τι λέγεις δʼ οὐ μανθάνω. πέραινε τοίνυν ἕτερον. ἴθι πέραινε σὺ Αἰσχύλʼ ἀνύσας · σὺ δʼ ἐς τὸ κακὸν ἀπόβλεπε. τύμβου δʼ ἐπʼ ὄχθῳ…
Aristophanes, Frogs
-
…χώραν τήνδε κινδύνῳ βαλεῖν. παθὼν κακῶς κακοῖσιν ἀντημείβετο. ἀλλʼ εἰς ἅπαντας ἀνθʼ ἑνὸς τόδʼ ἔργον ἦν. ἔρις περαίνει μῦθον ὑστάτη θεῶν. ἐγὼ δὲ θάψω τόνδε · μὴ μακρηγόρει. ἀλλʼ αὐτόβουλος ἴσθʼ, ἀπεννέπω δʼ ἐγώ .…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…ἀνήλιοι βροτοστυγεῖς δνόφοι καλύπτουσι δόμους δεσποτῶν θανάτοισι. σέβας δʼ ἄμαχον ἀδάματον ἀπόλεμον τὸ πρὶν διʼ ὤτων φρενός τε δαμίας περαῖνον νῦν ἀφίσταται. φοβεῖ ται δέ τις. τὸ δʼ εὐτυχεῖν, τόδʼ ἐν βροτοῖς θεός τε καὶ θεοῦ πλέον…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…τοὺς κυρίους. εὖ νὴ τὸν Ἑρμῆν · ὅ τι λέγεις δʼ οὐ μανθάνω. πέραινε τοίνυν ἕτερον. ἴθι πέραινε σὺ Αἰσχύλʼ ἀνύσας · σὺ δʼ ἐς τὸ κακὸν ἀπόβλεπε. τύμβου δʼ ἐπʼ ὄχθῳ τῷδε κηρύσσω πατρὶ κλύειν ἀκοῦσαι…
Aristophanes, Frogs
-
…βουβωνιῶ. μὴ πρίν γʼ ; ἂν ; ἀκούσῃς χἀτέραν στάσιν μελῶν ἐκ τῶν κιθαρῳδικῶν νόμων εἰργασμένην. ἴθι δὴ πέραινε, καὶ κόπον μὴ προστίθει. ὅπως Ἀχαιῶν δίθρονον κράτος, Ἑλλάδος ἥβας, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ, Σφίγγα δυσαμεριᾶν πρύτανιν…
Aristophanes, Frogs