Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περαιωτικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πέπυστο
πέπωκα
πέπων
περ
πέρ
πέρα
περαᾶν
περάαν
περάασκε
περαγείς
περάγην
πέραθεν
περαία
Περαία
περαίας
Περαιβία
Περαιβοί
Περαιβός
περαίη
Περαιθεῖς
περαίνω
περαιόθεν
περαῖος
πέραιος
περαιόω
περαίτερος
περαιτέρω
Περαίτης
περαΐτης
περαίωσις
περαιωτικός
πέραμα
πέραν
περᾶν
πέρανδε
περανόω
περαντέον
περάντης
περαντικός
περάπτω
περάπτων
πέρας
πέρασαν
περάσεις
περάσιμος
πέρασις
περασμός
περατεύω
περάτη
περάτηθεν
περατής
περατικός
περατοειδής
περατός
πέρατος
περατόω
περάτωσις
περατωτικός
περατωτός
περάω
περβέβαται
…
περαιωτικός
Save
Pape
περαιωτικός
,
zum Uebersetzen, Ueberfahren gehörig oder geschickt
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}