περιαγωγός
περιαγωγός, causing to turn round
περιᾰγωγ-ός, όν,
- causing to turn round, π. καὶ ἀναγωγὸς ὠφέλεια ταῖς ψυχαῖς Syr.in Metaph. 14.36.
- II Subst. -ᾰγωγός, ὁ, circular canal, Sammelb. 7379.25 (ii A.D.).
περιαγωγός, herumführend.