About Report a problem

Menu

περιαστράπτω

περιαστράπτω, to flash around

περιαστράπτω,
  • flash around, φῶς π. τινά Act.Ap. 9.3, cf. Jul. Or. 4.131a; περί τινα Act.Ap. 22.6: abs., ἄγγελοι περιαστράπτοντες τοῖς ὅπλοις LXX 4 Ma. 4.10.
      • 2 dazzle, ὁ ἀνὴρ περιαστράπτεται ὑπὸ κάλλους is dazzled with beauty, Junc. ap. Stob. 4.50.95, cf. Gal. 19.220.

Saved

Recent