Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περίβαρα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιαστράπτω
περιασχολέω
περιατμισμός
περιαυγάζω
περιαύγασμα
περιαυγασμός
περιαύγεια
περιαυγέομαι
περιαυγέω
περιαυγή
περιαυγής
περίαυγος
περιαυθαδίζομαι
περιαυλακίζω
περιαύλισμα
περίαυλον
περιαυτίζομαι
περιαυτολογέω
περιαυτολογία
περιαυτολογικός
περιαυχενίζομαι
περιαυχένιος
περιαύω
περιαφίημι
περιαφρίζω
περίαχε
περιαχυρίζω
περιβάδην
περιβαίνω
περιβάλλω
περίβαρα
περιβαρίδες
περίβαρυς
Περιβασίη
περίβασις
περιβασώ
Περιβασώ
περιβεβλημένως
περίβη
περιβιάζομαι
περιβιβάζω
περιβιβρώσκω
περιβιόω
περιβλαστάνω
περιβλεπτικός
περίβλεπτος
περιβλεπτότης
περιβλέπτως
περιβλέπω
περιβλέψεια
περίβλεψις
περίβλημα
περίβλησις
περιβλητέον
περιβλητέος
περιβλητικός
περίβλητος
περίβληχρος
περιβλύζω
περιβλύω
περιβοάω
…
περίβαρα
Save
Pape
περίβαρα
, [βᾱ], τά, = περιβαρίδες, Hesych. erkl. ὑποδήματα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}