περιαυθαδίζομαι
περιαυθαδίζομαι, to be exceeding wilful
περιαυθᾱδίζομαι,
- to be exceeding wilful, Hsch.
περιαυθαδίζομαι, [θᾱ], sehr eigenwillig od. hartnäckig sein, VLL erkl. aber μέγα φρονεῖ περὶ ἑαυτοῦ, also wie περιαυτίζομαι.