περιαύγασμα
περιαύγασμα, encircling gleam
περιαύγ-ασμα, ατος, τό,
- encircling gleam, Hld. 8.9.
περιαύγασμα, ατος (τὸ) lumière qui se répand tout autour, Hld. 8, 9.
Étym. περιαυγάζω.
περιαύγασμα, τό, das Umleuchtete, Heliod. 8.9.