περίαχε Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands περίᾰχε, Ep. for περιίαχε, Hes. Th. 678, Q.S. 3.601, 11.382; v. περί G. περίαχε, v. περιιάχω. περίαχε ep. imperf. 3 sing. van περιιάχω.