περιαυγής
περιαυγής, beaming round about
περιαυγ-ής, ές,
- beaming round about, τὸ π. τῶν ἀκτίνων Ph. 1.570: Sup., -έστατον φέγγος ἀρετῆς ib. 443; ἔποψις Metop. ap. Stob. 3.1.115.
περι·αυγής, ής, ές, qui brille tout autour, de toutes parts, Phil. 1, 631.
Étym. π. αὐγή.
περιαυγής, ές, umglänzt, Sp.