περιβρομέω
περιβρομέω, buzz about
περιβρομέω,
- = περιβρέμω, Ep. impf. περιβρομέεσκον ἀκουαί A.R. 4.17: c. acc., buzz about, λείρια περιβρομέουσι μέλισσαι Id. 1.879.
περι·βρομέω-ῶ, frémir ou bourdonner autour, A. Rh. 4, 17 ; avec l’acc. A. Rh. 1, 879 ||
➳ Impf. itér. περιβρομέεσκον, A. Rh. 4, 17.
περιβρομέω, = περιβρέμω, δεινὸν περιβρομέεσκον ἀκουαί, Ap.Rh. 4.17.