Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιβόρειος
περιβόρειος, northern
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιβλέπτως
περιβλέπω
περιβλέψεια
περίβλεψις
περίβλημα
περίβλησις
περιβλητέον
περιβλητέος
περιβλητικός
περίβλητος
περίβληχρος
περιβλύζω
περιβλύω
περιβοάω
περιβοησία
περιβόησις
περιβόητος
περιβοήτως
περιβοθρεύω
περιβοθρόομαι
περιβοθρόω
Περίβοια
περιβολάδιον
περιβόλαιον
περιβολή
περιβολιβόω
περιβόλιον
περίβολον
περίβολος
περιβομβέω
περιβόρειος
περιβόσκομαι
περιβόσκω
περιβοτανίζω
περίβουνος
περιβράζω
περιβράσσω
περιβράττω
περιβραχιόνιον
περιβραχιόνιος
περιβρέμω
περιβρέχω
περιβριθής
περιβρίθω
περιβρομέω
περιβροντάομαι
περιβρυής
περιβρυχάομαι
περιβρύχιος
περιβρύχω
περίβρωσις
περίβρωτος
περιβυρσόομαι
περιβυρσόω
περιβύω
περιβωμίζω
περιβώμιον
περιβώμιος
περιβωμίς
περιβωμισμός
περίβωτος
…
περιβόρειος
Save
περιβόρειος, northern
LSJ
περιβόρειος, ον,
northern,
Tz.
H.
8.757.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}