περιγενητικός
περιγενητικός, superior to, victorious over
περιγενητικός, ή, όν,
- superior to, victorious over, εἱμαρμένη π. ἁπάντων Plu. Stoic.rep. 2.1055e.
περιγενητικός, ή, όν, capable de triompher de, gén. Plut. M. 1055e.
Étym. περιγίγνομαι.
περιγενητικός, ή, όν, überlegen, εἱμαρμένη ἁπάντων περιγενητική, Plut. stoic. repugn. 47, öfter.