Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιβοήτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περίβασις
περιβασώ
Περιβασώ
περιβεβλημένως
περίβη
περιβιάζομαι
περιβιβάζω
περιβιβρώσκω
περιβιόω
περιβλαστάνω
περιβλεπτικός
περίβλεπτος
περιβλεπτότης
περιβλέπτως
περιβλέπω
περιβλέψεια
περίβλεψις
περίβλημα
περίβλησις
περιβλητέον
περιβλητέος
περιβλητικός
περίβλητος
περίβληχρος
περιβλύζω
περιβλύω
περιβοάω
περιβοησία
περιβόησις
περιβόητος
περιβοήτως
περιβοθρεύω
περιβοθρόομαι
περιβοθρόω
Περίβοια
περιβολάδιον
περιβόλαιον
περιβολή
περιβολιβόω
περιβόλιον
περίβολον
περίβολος
περιβομβέω
περιβόρειος
περιβόσκομαι
περιβόσκω
περιβοτανίζω
περίβουνος
περιβράζω
περιβράσσω
περιβράττω
περιβραχιόνιον
περιβραχιόνιος
περιβρέμω
περιβρέχω
περιβριθής
περιβρίθω
περιβρομέω
περιβροντάομαι
περιβρυής
περιβρυχάομαι
…
περιβοήτως
Save
Bailly 2024
περιβοήτως,
adv.
d’une manière notoire,
Eschn.
16, 6 ;
Dém.
213, 6
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}