περιγειότης
περιγειότης, proximity to the earth
περιγειότης, ητος, ἡ,
- proximity to the earth, Ptol. Tetr. 17.
περιγειότης, ητος (ἡ) voisinage de la terre, Ptol. Tetr. p. 17, 6.
Étym. περίγειος.