περίβρωτος
περίβρωτος, ulcerated
περί-βρωτος, ον,
- ulcerated, Aret. SD 2.9.
περί·βρωτος, ος, ον, rongé tout alentour, Arét. Caus. m. diut. 2, 9.
Étym. περιβιβρώσκω.
περίβρωτος, rings umnagt, Sp.
περίβρωτος, ulcerated