Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιμάθησις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιλημματικός
περιληπτικός
περιληπτικῶς
περιληπτός
περιληπτῶς
περιλῆσαι
περίληψις
περιλιμνάζω
περιλιμπάνω
περιλίπαρος
περιλιπής
περιλιχμάζω
περιλιχμάομαι
περιλιχμάω
περιλίχμησις
περιλιχνεύω
Πέριλλος
περιλογισμός
περίλοιπος
περιλοπίζω
περιλούω
περιλυγίζω
περιλυμαίνομαι
περιλυπία
περίλυπος
περίλυσις
περιλύω
περιλωπίζω
περιμάδαρος
περιμαθής
περιμάθησις
περιμαιμάω
περιμαιμώων
περιμαίνομαι
περιμάκης
περιμάκτρια
περιμανής
περιμανώς
περιμανῶς
περιμαρμαίρω
περιμάρμαρος
περιμάρναμαι
περιμάσσω
περιμαστεύω
περιμάττω
περιμάχητος
περιμάχιμος
περιμάχομαι
περιμελαίνομαι
περιμελαίνω
περιμέλας
περιμεμφής
περιμενεαίνω
περιμενετέον
περιμένω
περίμεσος
περίμεστος
περιμετρέω
περιμέτρησις
περίμετρον
περίμετρος
…
περιμάθησις
Save
LSJ
περιμάθησις [
ᾰ
], εως, ἡ, dub. l. in
Diog.
Ep.
44 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}