περιλιπής
περιλιπής, surviving
περιλῐπής, ές,
- left remaining, surviving, c. gen., π. τῆς φθορᾶς Pl. Lg. 702a: abs., Plb. 1.73.2; π. σχεῖν Str. 8.7.5.
περι·λιπής, ής, ές [λῐ] c. περίλοιπος, gén. Plat. Leg. 702a ; abs. Pol. 1, 73, 2 ; Str. 388.
περιλιπής, ές, wie περίλοιπος, übrig gelassen, geblieben, περιλιπεῖς γενομένους τῆς φθορᾶς, Plat. Legg. III.702a ; τὰ περιλιπῆ τῶν πλοίων.
περιλιπής
περι-λῐπής, ές
περιλείπομαι
- surviving, Plat.