περιλογισμός
περιλογισμός,
- v.l. for ἐπιλογισμός in D.H. Amm. 2.3.
περι·λογισμός, οῦ (ὁ) c. ἐπιλογισμός, DH. Amm. 2, 3.
περιλογισμός, ὁ, = ἐπιλογισμός, so las Dion.Hal. ad Amm. 2.3 bei Thuc.