Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιληπτῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περίλαλος
περιλαμβάνω
περιλαμπής
περίλαμπρος
περιλάμπρως
περιλάμπω
περίλαμψις
Περίλαος
περιλάπτω
περιλεγνής
περιλέγω
περιλείβομαι
περίλειμμα
περιλειπής
περιλείπομαι
περιλείπω
περιλείχω
περίλεξις
περιλεπίζω
περιλέπω
περιλεσχήνευτος
περιλευκαίνω
περιλεύκιος
περίλευκος
Περίλεως
περίλημμα
περιλημματικός
περιληπτικός
περιληπτικῶς
περιληπτός
περιληπτῶς
περιλῆσαι
περίληψις
περιλιμνάζω
περιλιμπάνω
περιλίπαρος
περιλιπής
περιλιχμάζω
περιλιχμάομαι
περιλιχμάω
περιλίχμησις
περιλιχνεύω
Πέριλλος
περιλογισμός
περίλοιπος
περιλοπίζω
περιλούω
περιλυγίζω
περιλυμαίνομαι
περιλυπία
περίλυπος
περίλυσις
περιλύω
περιλωπίζω
περιμάδαρος
περιμαθής
περιμάθησις
περιμαιμάω
περιμαιμώων
περιμαίνομαι
περιμάκης
…
περιληπτῶς
Save
Bailly 2024
περιληπτῶς,
adv.
de manière à être compris,
Epic.
(
DL.
10, 40
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}