About Report a problem

Menu

περιμήκης

περιμήκης, very tall

περιμήκ-ης, ες, Dor. περιμάκης [ᾱ], ες, AP 6.125 (Mnasalc.): (μῆκος):—
  • very tall or long, κοντός Od. 9.487; ῥάβδος 10.298; ἱστοί 13.107; δοῦρα 12.443; ὀϊστοί Hes. Sc. 133; very high, πέτρη Il. 13.63; ὄρος Od. 13.183; very large, huge, οἴκημα Hdt. 2.100; ἀνδρόσφιγγες ib. 175; λίθους μεγάθεϊ περιμήκεας ib. 108; ἄγκυραι Id. 7.36: Comp. -μηκέστερος Ael. Tact. 2.7: but Sup. -μήκιστος Plu. Comm.not. 2.1077b.

Saved

Recent