περιμηρίδιον Save Bailly 2024 Pape περι·μηρίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petite couverture autour des cuisses, Arr. Tact. 4, 1. Étym. π. μηρός ; leçon fausse p. παραμηρίδιον, v. παραμηρίδιος. περιμηρίδιον, τό, = περιμήρια (?).