περιφορητικός
περιφορητικός, current
περιφορ-ητικός, ή, όν,
- current, λόγος S.E. M. 10.87.
περιφορητικός, ή, όν, colporté de tous côtés, divulgué, Sext. M. 10, 87.
Étym. περιφορέω.
περιφορητικός, ή, όν, = περιφορητός ; λόγος, S.Emp. adv.phys. 2.87.