πίστευμα
πίστ-ευμα, ατος, τό,
- = πίστωμα, A. Ag. 878 (pl.).
πίστευμα, ατος (τὸ) gage de foi, Eschl. Ag. 878.
Étym. πιστεύω.
πίστευμα, τό, Unterpfand der Treue, Aesch. Ag. 852.
πίστευμα, ατος, τό,
= πίστωμα, Aesch.