About Report a problem

Menu

πλακίτης

πλακίτης, flat

πλᾰκ-ίτης [ῑ], Dor. πλᾰκ-ίτας, ἄρτος, ὁ,
  • flat cake, Sophr. 29.
    • II fem. πλακῖτις, ιδος, ἡ, = πλακώδης, a form of καδμεία, Gal. 12.220.
      • 2 a kind of alum, ib. 237.

Saved

Recent