Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλακούντηρον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλάθω
πλαῖσι
πλαίσιον
πλαισιόω
πλαισός
πλακάς
πλακείς
Πλακεντία
Πλακεντῖνοι
πλακερός
πλακία
Πλακία
πλακιανόν
Πλακιανός
Πλακιδία
Πλάκιδος
Πλακίη
Πλακιηνοί
πλάκινος
πλακίον
πλακίς
πλακίτης
πλακίτης ἄρτος
πλακῖτις
πλακόεις
Πλάκος
πλακουντάριον
πλακουντάριος
πλακουντᾶς
πλακουντήριος
πλακούντηρον
πλακουντηρός
πλακουντικός
πλακούντινος
πλακούντιον
πλακουντίσκος
Πλακουντομύων
πλακουντοποιικός
πλακουντοποιϊκός
πλακουντοποιός
πλακουντώδης
πλακοῦς
πλακόω
πλακτήρ
πλακτός
πλᾶκτρον
πλάκτωρ
πλακώδης
πλάκωσις
πλακωτή
πλακωτής
πλάν
πλαναθείς
πλανάομαι
Πλανασία
πλανάτας
πλανάω
πλανέονται
πλανέω
πλάνη
πλάνημα
…
πλακούντηρον
Save
Pape
πλακούντηρον
, τό, = πλακουντάριον, Ath. XIV.647e.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}