Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλακωτή
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλακίον
πλακίς
πλακίτης
πλακίτης ἄρτος
πλακῖτις
πλακόεις
Πλάκος
πλακουντάριον
πλακουντάριος
πλακουντᾶς
πλακουντήριος
πλακούντηρον
πλακουντηρός
πλακουντικός
πλακούντινος
πλακούντιον
πλακουντίσκος
Πλακουντομύων
πλακουντοποιικός
πλακουντοποιϊκός
πλακουντοποιός
πλακουντώδης
πλακοῦς
πλακόω
πλακτήρ
πλακτός
πλᾶκτρον
πλάκτωρ
πλακώδης
πλάκωσις
πλακωτή
πλακωτής
πλάν
πλαναθείς
πλανάομαι
Πλανασία
πλανάτας
πλανάω
πλανέονται
πλανέω
πλάνη
πλάνημα
πλάνης
πλανησίεδρος
πλανησίμοιρος
πλάνησις
πλανητέον
πλανητέος
πλανητεύω
πλανήτης
Πλανητιάδης
πλανητικός
πλανῆτις
πλανητός
πλάνιος
πλανίς
πλανοδαίμων
πλανοδία
πλανόδιος
πλανολόγος
πλάνος
…
πλακωτή
Save
LSJ
πλᾰκ-ωτή, ἡ,
a form of
καδμεία
(cf. πλακίτης II),
Dsc.
5.74.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}