πλακούντιον
πλακούντιον, flat cake (dim.)
πλᾰκούντ-ιον, τό, Dim. of πλακοῦς, Arr. Epict. 2.16.25, Aët. 9.30, Sch. Porph. Abst. 2.16:— written πλακ-όντιον, PLond. 3.964.20 (iii A.D.).
πλακούντιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de πλακοῦς, Arr. Epict. 2, 16, 25.
πλακούντιον, τό, dim. von πλακοῦς, Sp.