πλακερός
πλακερός, broad
πλᾰκ-ερός, ά, όν, (πλάξ)
- = πλατύς, broad, Theoc. 7.18.
πλακερός, mieux πλοκερός, ά, όν, tressé, roulé, Thcr. Idyl. 7, 18.
Étym. πλόκος.
πλακερός, = πλατύς, breit ; Theocr. 7.18, ζωστήρ, Schol. hat auch die v.l. πλοκερός, ἀντὶ τοῦ πεπλεγμένος.
πλακερός
πλᾰκερός, ά, όν
πλάξ
= πλατύς
- broad, Theocr.