πλακουντηρός Save LSJ Bailly 2024 πλᾰκουντ-ηρός, ά, όν, = sq., Chrysipp.Tyan. ap. Ath. 14.647d. πλακουντηρός, ά, όν [ᾰ] c. le suiv. Chrysipp. Tyan. (Ath. 647d, f).