πλακουντικός
πλακουντικός, like a cake
πλᾰκουντ-ικός, ή, όν,
- like a cake, ὄγκος Phan.Hist. 29.
πλακουντικός, ή, όν [ᾰ] de gâteau, Phænias (Ath. 58e).
Étym. πλακοῦς.
πλακουντικός, kuchenartig, Ath. II.58d.