πλατάνιστος
πλᾰτᾰνιστ-ος, ἡ, earlier name for πλάτανος, Il. 2.307, 310, Hdt. 5.119, 7.27, 31, Theoc. 18.44, al.
πλατάνιστος, ου (ἡ) [ᾰᾰ] c. πλάτανος, Il. 2, 307, 310 ; Hdt. 5, 119 ; 7, 27, 31, etc.
πλατάνιστος, ἡ, = πλάτανος ; Il. 2.307, 310 ; Her. 5.119 ; Ap.Rh. 2.733 ; χλοερά, Thall. 4 (IX.220).
πλατάνιστος
-ου, ἡ.
A plane-tree : καλῇ ὑπὸ πλατανίστῳ Il. 2.307, πρὸς πλατάνιστον ὄρουσεν 310.
πλατάνιστος : plane-tree, not unlike our maple, Il. 2.307.
πλατάνιστος
πλᾰτάνιστος, ἡ,
= πλάτανος, q. v., Il., Hdt.