Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλαταγίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλαστή
πλαστήριον
πλάστης
πλαστίγγιον
πλάστιγξ
πλαστικάριος
πλαστικός
πλάστις
πλαστογραφέω
πλαστογράφημα
πλαστογραφία
πλαστογράφος
πλαστοκόμης
πλαστολάλος
πλαστολογέω
πλαστολόγος
πλαστοποιός
πλαστός
πλαστουργέω
πλαστούργημα
πλαστουργία
πλαστουργός
πλάστρα
πλάστρια
πλάστρον
πλαστῶς
πλάτα
πλαταγέω
πλαταγή
πλατάγημα
πλαταγίζω
πλαταγών
πλαταγωνέω
πλαταγωνίζω
πλαταγώνιον
Πλάταια
Πλαταιαί
Πλαταιᾶσι
Πλαταιᾶσι(ν)
Πλαταΐδας
Πλαταιεύς
Πλαταιικός
Πλαταιϊκός
Πλαταιΐς
πλαταΐσαι
πλατάκιον
πλαταμώδης
πλαταμών
πλατάνιον
πλατάνιος
Πλατάνιος
πλατανιστάς
πλατανιστής
πλατανίστινα
πλατανίστινος
πλατάνιστος
πλατανιστοῦς
Πλατανιστών
πλάτανος
Πλάτανος
πλατανώδης
…
πλαταγίζω
Save
Pape
πλαταγίζω
, = πλαταγέω (?),
schnattern
, von der Gans, zw., s. πλατυγίζω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}