πλαταγών Save LSJ Pape πλᾰτᾰγ-ών, ῶνος, ἡ, = πλαταγή, Sch. Theoc. 11.57. πλαταγών, ἡ, die Klapper ? auch = πλαταγώνιον, Schol. Theocr. 11.57.