πλατιάζω
πλᾱτιάζω, πλᾰτει-ιασμός, πλᾱτίον, Dor. for πλησιάζω, -ιασμός, πλησίον.
πλατιάζω, v. πλησιάζω.
πλατιάζω, nach Phot. τὸ πλατείᾳ χειρὶ παῖσαι, aus Pherecrat., Meineke vermutet πλατειάζω. – Auch dor. = πλησιάζω, Archyt. bei Stob. ecl. phys. 80.50.