πλευραί
πλευραί, ribs
πλευραί
αἱ
[cf. πλευρά.]
The ribs, the sides of the body : συώδιγγες ἀνὰ πλευρὰς ἀνέδραμον Il. 23.716. Cf. Il. 20.170, Il. 24.10 : Od. 17.232.
πλευραί
- 1ribs ἤλασε Λυγκέος ἐν πλευραῖσι χαλκόν N. 10.70 τέλος δʼ ἀείραις πρὸς στιβαρὰς ἐπάραξε πλευράς (sc. Ἀνταῖον: i. e. against his own ribs?) fr. 111. 4.