πλευμονίς Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πλευμον-ίς, ίδος, ἡ, = foreg., Hp. Int. 3 (v.l. πν-). πλευμονίς, ίδος (ἡ) c. πνευμονία, Hpc. 533, 16. πλευμονίς -ίδος, ἡ [πλεύμων] longziekte. πλευμονίς, ίδος, ἡ, = πλευμονία, Hippocr.