Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλέτο
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλεόνασμα
πλεονασματίζω
πλεονασμός
πλεοναστέον
πλεοναστικός
πλεοναστός
πλεοναχῇ
πλεοναχῆ
πλεοναχόθεν
πλεοναχός
πλεοναχῶς
πλεονεκτέω
πλεονέκτημα
πλεονέκτης
πλεονεκτητέον
πλεονεκτητέος
πλεονεκτικός
πλεονεκτικῶς
πλεονεκτίστατος
πλεονεξία
πλεόνεσσι
πλεονοδάκτυλος
πλεονοσυλλαβέω
πλεονοσύλλαβος
πλεονότης
πλεονοτρόφος
πλεόνως
πλέος
πλεοτιμία
πλεσώνης
πλέτο
πλευμάω
πλευμονάω
πλευμονία
πλευμονικός
πλευμονίς
πλευμονώδης
πλευμορραγής
πλευμορρωγής
πλεῦμος
πλευμόω
πλευμώδης
πλεύμων
πλεῦν
πλεύνως
πλευρά
πλευραί
πλευράξ
πλευρή
πλευριαῖος
πλευριάς
πλευρίδιος
πλευρικός
πλευριμαῖος
πλευρίον
πλευρισμός
πλευρίτης
πλευριτικός
πλευρῖτις
πλευροειδῶς
πλευρόθεν
…
πλέτο
Save
LSJ
πλέτο, v. πέλομαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}