πλεῦμος Save LSJ Bailly 2024 Pape πλεῦμ-ος, ὁ, = πλευμονία, Gal. 19.131. πλεῦμος, ου (ὁ) c. πνευμονία, Gal. Lex. Hipp. 19, 131. πλεῦμος, ὁ, = πλευμονία, Galen. lex. Hippocr.