πλινθοποιέω
πλινθοποιέω, to make bricks
πλινθο-ποιέω,
- make bricks, Eust.ad D.P. 511.
πλινθο·ποιέω-ῶ, fabriquer des briques, Ar. Av. 1139.
Étym. πλίνθος, π.
πλινθοποιέω, = πλινθουργέω ; Ar. Av. 1139 ; Eust. in Dion.Per. 512.
πλινθοποιέω
πλινθο-ποιέω,
fut. -ήσω
- to make bricks, Ar.