πλινθουργία Save LSJ Bailly 2024 Pape πλινθουργ-ία, ἡ, v.l.for πλινθεία I, LXX Ex. 5.8. πλινθουργία, ας (ἡ) fabrication de briques, Spt. Ex. 5, 8. Étym. πλινθουργός. πλινθουργία, ἡ, das Ziegelmachen, LXX.