Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλινθικός
πλινθικός, of bricks
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλησμονωδῶς
πλήσσω
πληστεύομαι
πληστεύω
πλήστιγξ
πλῆστιγξ
πλήτης
πλητίς
πλῆτις
πλῆτο
πλήτομον
πλῆτρον
πλήττω
πλήων
πλῄων
πλίγμα
πλίκιον
πλινθάριον
πλινθεία
πλινθεῖον
πλίνθευμα
πλίνθευσις
πλινθευτής
πλινθεύω
πλινθηγέω
πλινθηδόν
πλινθήϊον
πλινθία
πλινθιακός
πλινθίδιον
πλινθικός
Πλινθίνη
Πλινθινήτης κόλπος
πλίνθινος
πλινθίον
πλινθίς
πλινθῖτις
πλινθοβάψ
πλινθοβολέω
πλινθοβολία
πλινθοβόλος
πλινθοειδής
πλινθόομαι
πλινθοποιέω
πλινθοποιία
πλινθοποιΐα
πλινθοποιός
πλινθοπωλική
πλίνθος
πλινθουλκέω
πλινθουλκία
πλινθούλκιον
πλινθουλκός
πλινθουργεῖον
πλινθουργέω
πλινθουργία
πλινθούργιον
πλινθουργός
πλινθοφορέω
πλινθοφόρος
πλινθόω
…
πλινθικός
Save
πλινθικός, of bricks
LSJ
πλινθ-ικός, ή, όν,
of bricks,
CPR
206.6 (ii A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}