πλουτηρός
πλουτηρός, enriching
πλουτ-ηρός, ά, όν,
- enriching, ἔργον X. Oec. 2.10.
πλουτηρός, ά, όν, qui procure la richesse, Xén. Œc. 2, 10.
Étym. πλοῦτος.
πλουτηρός, bereichernd, zum Reichtum gehörend, ἔργον, Xen. Oec. 2.10 ; Poll. 3.110.
πλουτηρός
from πλουτέω
πλουτηρός, ά, όν
- enriching, ἔργον Xen.