πλουτιστήριος
πλουτιστήριος, enriching
πλουτ-ιστήριος, α, ον,
- enriching, ἔργα Ph. 1.669.
πλουτιστήριος, α, ον, capable d’enrichir, Phil. 1, 669.
Étym. πλουτίζω.
πλουτιστήριος, bereichernd, Philo.